«Έτσι κάνουν όλες» … και στη Νέα Υόρκη. Ερωτική ψυχολογία υψηλού επιπέδου σε μορφή όπερας. Το αριστούργημα του Μότσαρτ : “Cosi fan Tutte” επιστρέφει στη ΜΕΤ.
Hellenic DNA – Φώτης Καλιαμπάκος.

Ο διάσημος Αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ σε ένα από τα θεατρικά του έργα με τον τίτλο «Ελισάβετ η Δεύτερη» δημιουργεί το χαρακτήρα ενός δύστροπου, αλλά πολύ μορφωμένου Αυστριακού μεγαλοαστού, ο οποίος ζει ακριβώς δίπλα στην Κρατική Όπερα της Βιέννης και είναι γνώστης της μουσικής παράδοσης.
Κάποια στιγμή ζητάει από τον υπηρέτη του να του κλείσει ένα εισιτήριο για τη δημοφιλή όπερα του Μότσαρτ: «Έτσι κάνουν όλες» και όταν εκείνος του απαντά ότι το συγκεκριμένο έργο δεν υπάρχει στο πρόγραμμα, εκείνος σχεδόν εκρήγνυται και λέει: «Μα πώς είναι δυνατόν να λείπει από το πρόγραμμα η «κατεξοχήν όπερα»; Μπροστά σε αυτή την όπερα, όλες οι άλλες είναι επικίνδυνες για την υγεία των αυτιών!» Και μετά, για να δείξει την οικειότητά του με τη μουσική παράδοση, συμπληρώνει με ειρωνεία: «Όχι ότι και σε αυτή την όπερα δε βαριέμαι..! Βαριέμαι… Αλλά, στο υψηλότατο δυνατό επίπεδο!»

Αν και υπερβολική και στα δύο της σκέλη η έξυπνη αυτή αναφορά στο έργο, το αριστούργημα του Μότσαρτ Così fantutte είναι μια από τις ομορφότερες κωμικές όπερες της ιστορίας της μουσικής.
Το έργο αποτελεί τον καρπό μιας από τις πιο ευτυχείς συναντήσεις και συνεργασίες της παγκόσμιας τέχνης: του Wolfgang Amadeus Mozart, της απόλυτης μουσικής ευφυΐας από το Salzburg και του λιμπρετίστα Lorenzo Da Ponte από την περιοχή της Βενετίας. Αυτό το drama giocoso είναι το τελευταίο από τα τρία αριστουργήματα που δημιούργησαν από κοινού, μαζί με τα επίσης διάσημα και ιδιαίτερα δημοφιλή έργα: «Ντον Τζιοβάνι» και «Οι Γάμοι του Φίγκαρο»
Ο Mozart πέθανε έναν περίπου χρόνο μετά την ολοκλήρωση αυτής της όπερας, έχοντας προλάβει στη σύντομη ζωή του να εμπλουτίσει όσο ελάχιστοι τον ανθρώπινο πολιτισμό, ενώ ο δαιμόνιος Βενετός θα συνεχίσει για πολλά ακόμα χρόνια την περιπετειώδη ζωή του, την οποία περιγράφει στα πραγματικά εξαιρετικού ενδιαφέροντος απομνημονεύματά του, και θα ολοκληρώσει τον πολύπλευρο, πολυτάραχο και πολυσχιδή επαγγελματικό του βίο ως ο πρώτος καθηγητής Ιταλικής Φιλολογίας στο King’s College της Νέας Υόρκης, που δεν είναι άλλο από τον πρόδρομο του διάσημου Columbia University, και βρισκόταν και τότε στην ίδια με σήμερα τοποθεσία στο Μανχάταν.

Σύμφωνα με το κορυφαίο φυσιοδίφη των αρχών του 19ου αιώνα Alexander von Humbolt (αδερφό του Wilhelm), η πατρίδα του Mozart το Salzburg και η Νάπολη, στην οποία διαδραματίζεται η όπερα, μαζί με την Κωνσταντινούπολη, ήταν τα τρία ωραιότερα μέρη του κόσμου. Πολλές από τις σκηνοθεσίες προσπαθούν να αποδώσουν τα όμορφα μεσογειακά τοπία που θυμίζουν οικεία σε εμάς ειδυλλιακά απογεύματα του mare nostrum.
Η υπόθεση του έργου παραλλάσσει με μοναδικό τρόπο το μοτίβο της δοκιμασίας της πίστης στις σχέσεις, το οποίο κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση. Δύο φίλοι αξιωματικοί (Guglielmo και Ferrando), ερωτευμένοι και αρραβωνιασμένοι με δύο νεαρές όμορφες και λεπτεπίλεπτες αριστοκράτισσες, (Fiordiligi και Dorabella αντίστοιχα) στοιχηματίζουν με τον ηλικιωμένο Don Alfonso, ο οποίος τους προκαλεί και διακηρύσσει ότι όλες οι γυναίκες είναι ίδιες, εν δυνάμει άπιστες, και οι συγκεκριμένες δεν μπορεί να αποτελούν εξαίρεση. Οι δυο νεαροί δέχονται να προσποιηθούν ότι θα φύγουν για τον πόλεμο και επιστρέφουν μεταμφιεσμένοι για να διεκδικήσουν ο ένας τη φίλη του άλλου.

Για να μπορέσει να οργανώσει τη μηχανορραφία του ο Don Alfonso αλλά και για να κάνει πιστευτά τα όσα θα επακολουθήσουν, χρειάζεται να δεσμεύσει τους δύο αξιωματικούς με το λόγο της στρατιωτικής τους τιμής, ότι όχι μόνο δεν θα αποκαλύψουν το σχέδιο αλλά θα διεκδικήσουν με όλες τους τις δυνάμεις τις νεαρές. Επιπλέον θέλει να διασφαλίσει τη συνεργασίας της πανέξυπνης υπηρέτριας Despina, η οποία παραπονιέται και αυτή, όπως και ο ακόλουθος του Don Giovanni για τη ζωή του υπηρέτη, προσφέροντάς της χρήματα. Αυτή στην αρχή υποπτεύεται ότι πρόκειται απλώς για μια «κανονική» ανήθικη πρόταση του κατά πολύ γηραιότερου της Don Alfonso, αλλά τελικά δέχεται, και γίνεται φερέφωνό του προσπαθώντας να πείσει τις κοπέλες να αφήσουν τους ρομαντισμούς και να ενδώσουν στο «ρεαλισμό».
Μέσα από μια αλληλουχία εύθυμων τεχνασμάτων και τρυφερού φλερτ και οι δύο κοπέλες θα ενδώσουν τελικά στη γοητεία των νεοφερμένων «Αλβανών πριγκίπων» και ο Don Alfonso θα κερδίσει το στοίχημα, αλλά θα συμβουλέψει πια τους πληγωμένους και εκτός εαυτού εραστές να παντρευτούν τις κοπέλες που αγαπούν, αφού και οι πιθανές επόμενες δεν εξαιρούνται από τη «θεωρία» του. Οι άνθρωποι, φιλοσοφεί ex cathedra πλέον ο Don Alfonso, ως νικητής και κατεξοχήν γνώστης της ανθρώπινης φύσης, πρέπει να αποδέχονται και να χαίρονται τη ζωή όπως είναι χωρίς εξιδανικεύσεις. Έτσι η όπερα οδηγείται, όπως και οι Γάμοι του Φίγκαρο αλλά σε αντίθεση με τον Don Giovanni, σε Happy End.

Το δίδυμο, Mozart-Da Ponte, το οποίο θα μπορούσε εδώ να κατηγορηθεί ότι δεν έχει και τις πιο φεμινιστικές απόψεις, έχει μάλλον απολογηθεί εκ των προτέρων στους Γάμους του Φίγκαρο με τη μεγαλοπρεπή γονυπετή αίτηση συγγνώμης του κόμη όχι μόνο απέναντι στην αριστοκράτισσα γυναίκα του, αλλά ακόμα και στην υπηρέτριά του, πράγμα που μάλλον θα σόκαρε την εποχή εκείνη το αντρικό μέρος των θεατών και ιδίως το αριστοκρατικό κοινό των πρώτων παραστάσεων της όπερας. Ίσως να ήταν σκανδαλώδες ακόμα και για ένα από τα πιο προοδευτικά πνεύματα της εποχής, τον προστάτη του Mozart και εκφραστή της Πεφωτισμένης Δεσποτείας, Αυστριακό αυτοκράτορα Ιωσήφ τον Δεύτερο.
Άρα στα τρία αριστουργήματα του μαγικού διδύμου, αν τα δει κανείς συνολικά, μάλλον σημειώνεται ισοπαλία στην πάλη μεταξύ των δύο φύλων, με το Così να δείχνει κυρίως τις αδυναμίες και την αστάθεια της γυναικείας φύσης, τον Don Giovanni της αντρικής και το Φίγκαρο να επιτυγχάνει έναν έντιμο συμβιβασμό.
Η αλχημεία και οι μαγνήτες, τα οποία η μεταμφιεσμένη σε γιατρό Despina υποκρίνεται με ξεκαρδιστικό τρόπο ότι χρησιμοποιεί, καθώς και η αναζήτηση των ευγενών μετάλλων και της Λυδίας λίθου ήταν έντονα παρούσες στο 18οαιώνα, καθόλου περιθωριακές. Ο Mozart τα εμπαίζει όλα αυτά και επίσης μιμούμενός τα, απομυθοποιεί, όπως και στο Φίγκαρο, τα στρατιωτικά εμβατήρια, που ανακοινώνουν την έξοδο και είσοδο των εραστών προς και από το υποτιθέμενο μέτωπο. Η διακωμώδηση των ηρωικών προτύπων και των αντιεπιστημονικών μεθόδων, καθώς και η εμφανής συμπάθεια τους προς τους υπηρέτες φανερώνουν τη ροπή των δημιουργών προς τις διαφωτιστικές ιδέες που διαδίδονταν ραγδαία στην εποχή τους.

Οι δε περιγραφές των ανθρώπινων σχέσεων από την υπηρέτρια είναι πραγματικά πολύ «προχωρημένες», έως και κυνικές. «Για άντρες κλαίτε» τους λέει, αυτό είναι ανόητο! Κι αν έφυγαν, σιγά το πράμα, θα βρείτε άλλους, «κανείς δεν πέθανε από αγάπη»! Πιστεύετε ότι αυτοί δεν σας απατούν ήδη; Πρέπει κι εσείς να λειτουργείτε όπως οι άνδρες, που κάνουν έρωτα για διασκέδαση και από εγωιστική ματαιοδοξία! Σε άλλο σημείο αποφαίνεται ότι όταν οι σχέσεις πάψουν να είναι χαρά, παιχνίδι, ελαφρότητα, διασκέδαση, τότε δεν αξίζουν πια τον κόπο.
Τόσο ο Mozart όσο και ο Da Ponte θα πρέπει να έβαλαν ή τουλάχιστον σίγουρα θα αναγνώριζαν κάτι από τον εαυτό τους στην εύθυμη ιστορία του πνευματικού τους τέκνου.
Ο Mozart είχε, προτού παντρευτεί την γυναίκα του Constanze, σχέση με την αδερφή της, ενώ το θέμα των σχέσεων των δύο φύλων τον είχε απασχολήσει ιδιαίτερα από την ώρα που έφτασε για πρώτη φορά στη Βιέννη, την οποία οι συγγραφείς της εποχής της απέδιδαν όλοι να έχει μια μοντέρνα για την εποχή ερωτική ζωή. Μάλιστα σε ένα γράμμα που γράφει προς τον πατέρα του Leopold για να τον πείσει να αποδεχτεί τον γάμο του, ο νεαρός Wolfgang αναφέρει ότι η οικογένεια είναι ο σωστός τόπος για να εκδηλώσει κανείς τη σεξουαλικότητα του, γι’ αυτό και ο πατέρας του πρέπει να του δώσει την έγκρισή του, συμπληρώνοντας, απευθύνοντας ίσως μια έμμεση απειλή στις ηθικές αξίες του πατέρα του, ότι ο ίδιος έχει μεν αντισταθεί μέχρι στιγμής, στον πειρασμό του, διαδεδομένου τότε στη Βιέννη, πληρωμένου έρωτα, αλλά πιστεύει όμως, ότι εάν ενέδιδε για μία μόνο φορά και πήγαινε σε κάποιο από αυτά τα κακόφημα σπίτια, μετά δεν θα μπορούσε να σταματήσει! Μια τέτοια αντίληψη, της κυριαρχίας ενός είδους λογικού ελέγχου επάνω στα ανθρώπινα πάθη, συνοψίζει λίγο πολύ τις απόψεις των Διαφωτιστών στοχαστών της εποχής του Μότσαρτ, ενώ δεν απέχει και πολύ από τις απόψεις που θα διατυπώσει 120 περίπου χρόνια αργότερα στην ίδια πόλη ο Freud, ο οποίος και αυτός έβλεπε με φόβο την πιθανή απελευθέρωση των ανθρώπινων ενστίκτων.

Ο δε Da Ponte, ο οποίος έφυγε από το μικρό χωριό του μικρός, εγκαταλείποντας την εβραϊκή του πίστη για χάρη του καθολικισμού, και έμεινε για ένα μεγάλο διάστημα στην πόλη της Βενετίας, έζησε μια σκανδαλώδη ζωή που μοιάζει με αυτή του διάσημου συμπατριώτη του Καζανόβα. Δεν μπορεί κανείς να πει, αν αυτή η βαθειά και λεπτή γνώση της ψυχολογίας των δύο φύλων και των ανθρωπίνων σχέσεων, η οποία είναι τουλάχιστον τόσο σοβαρή, όσο κωμικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται στα κείμενά του, και την οποία θα ζήλευαν οι μεγαλύτεροι ψυχολόγοι, ήταν η αιτία ή το αποτέλεσμα των αναρίθμητων κατακτήσεων του.
Ο Αυστριακός ήρωας του Τόμας Μπέρνχαρντ ασφαλώς θα χαιρόταν αν μάθαινε ότι η το έργο υπάρχει φέτος στις εναρκτήριες παραστάσεις της Μετροπόλιταν σε μια εντυπωσιακή παραγωγή του Phelim McDermott από το 2020 που μεταφέρει τη δράση από τη Νάπολη του 18ου αιώνα σε ένα παραθαλάσσιο Λούνα Πάρκ, κέντρο αναψυχής και διακοπών στο Coney Island του Μπρούκλιν τη δεκαετία του 1950. Στις παραστάσεις, οι οποίες συνεχίζονται ως τις 23 Οκτωβρίου θα επανέλθουμε ξεχωριστά από τις στήλες του HellenicDNA.
Οι φωτογραφίες της Marty Sohl είναι μια ευγενική προσφορά της Metropolitan Opera.


