Μετά από πλειάδα πρώτων βραβείων σε διεθνείς διαγωνισμούς και με δισκογραφία που περιλαμβάνει παγκόσμιες πρώτες ηχογραφήσεις, ο μουσικός Μαυρουδής Τρούλλος συστήνεται στο κοινό του Hellenic DNA.
Συνέντευξη: Πάνος Σατζόγλου.

Γεννημένος το 1992 σε οικογένεια μουσικών, ο Μαυρουδής Τρούλλος έχει χαρακηριστεί από το Crescendo Magazine ως «μουσικός με μεγάλη ευαισθησία» και από το International Double Reed Society ως φαγκοτίστας «με έντονα χαρακτηριστικό και πολυποίκιλο παίξιμο».
Μετά από πλειάδα πρώτων βραβείων σε διεθνείς διαγωνισμούς εμφανίστηκε ως σολίστ με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Γάνδης, Koninklijke Muziekkapel van de Gidsen, Ensemble Sturm und Klang, Orchestre de Nivelles και Antwerpen Camerata μεταξύ άλλων.
Έχει συμμετάσχει σε φημισμένα φεστιβάλ, όπως Festival Radio France Occitanie Montpellier, International Pharos Chamber Music Festival και Hoerfest Neue, Musik Detmold.
Η δισκογραφία του περιλαμβάνει παγκόσμιες πρώτες ηχογραφήσεις με έργα των Luigi Concone, Anna Segal, Michel Lysight και Γιώργου Κοντογιώργου σε συνεργασία με την αρπίστρια Rachel Talitman.
Σπούδασε σε Αθήνα, Λειψία, Βρυξέλλες και Βιέννη. Συχνά συμπράττει με τη Lily Maisky και καλλιτέχνες όπως Chen Halevi, Celine Moinet και Romain Leleu.

Μπορείς να μας πεις πώς ξεκίνησες τη μουσική σου πορεία;
Ξεκίνησα τη μουσική μου εκπαίδευση στην Κύπρο, σε πολύ μικρή ηλικία. Πρώτοι δάσκαλοί μου ήταν η μητέρα μου, που δίδασκε πιάνο, και ο πατέρας μου, που ήταν καθηγητής θεωρητικών μουσικών μαθημάτων. Οι γονείς μου, όπως και η αδερφή μου, είναι μουσικοί. Δεκατριών ετών ξεκίνησα το φαγκότο μετά από παρότρυνση του πατέρα μου. Ένα ιδιαίτερα ασυνήθιστο όργανο που πολύ σύντομα αγάπησα. Θυμάμαι ότι στα δεκαπέντε μου είπα στους γονείς μου ότι θέλω να γίνω φαγκοτίστας. Στο σπίτι μας ακούγαμε συνέχεια κλασική μουσική. Λένε πως το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει, και έτσι έγινε! Γύρω στο 2018-19, όταν κέρδισα πρώτα βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς, ξεκίνησε η μουσική μου πορεία με ρεσιτάλ σε μεγάλες αίθουσες και φεστιβάλ της Ευρώπης.
Ποιες ήταν οι κύριες επιρροές σου;
Αναμφίβολα οι γονείς μου. Επίσης, νιώθω ιδιαίτερα τυχερός για τους δασκάλους που είχα: τον Γεώργιο Φαρούγγια στο Ωδείο Αθηνών, τον Jörg Michael Thomé στη Λειψία και τον Luc Loubry στις Βρυξέλλες. Εκτός από τους δασκάλους μου, σημαντική ήταν και είναι η επιρροή συνεργατών μου όπως οι Lily Maisky και Rachel Talitman, αλλά και συνθετών όπως ο Philippe Hersant.
Πώς και γιατί βρέθηκες στις Βρυξέλλες;
Μετά τις σπουδές μου στη Γερμανία πήγα στη Βιέννη, όπου μαθήτευσα για μερικούς μήνες δίπλα στον κορυφαίο φαγκοτίστα της Φιλαρμονικής της Βιέννης, Michael Werba· μια ακόμα πολύ σημαντική καλλιτεχνική επιρροή πάνω μου. Όταν ένιωσα ότι είχα αποκομίσει ήδη πολλά από τη Γερμανοαυστριακή Σχολή του φαγκότου, θέλησα να προχωρήσω σε μεταπτυχιακές σπουδές. Οι Βρυξέλλες ήταν μια καλή επιλογή, επειδή το επίπεδο στο Κονσερβατόριο είναι πολύ υψηλό και οι ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης σημαντικές.
Υπάρχουν στοιχεία των Βρυξελλών που ενσωματώνεις στη δουλειά σου;
Οι Βρυξέλλες είναι το κέντρο της Ευρώπης. Μια σχετικά μικρή πόλη, αλλά φιλόξενη για πλήθος καλλιτεχνών και διαφορετικές παραγωγές, με εκτίμηση για την κλασική μουσική αλλά και με προοδευτική ματιά. Νομίζω πως αυτό το χαρακτηριστικό της πόλης επηρέασε τόσο τη ζωή όσο και την καριέρα μου. Επιπλέον, από πρακτική άποψη, προσφέρει εύκολη πρόσβαση σε σημαντικές μουσικές μητροπόλεις, όπως το Λονδίνο, το Παρίσι και το Άμστερνταμ. Τέλος, έχει πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, ο οποίος ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία μου. Και ίσως αυτή η πολυπολιτισμικότητα αντανακλάται και στη δισκογραφία μου. Για παράδειγμα, με την αρπίστρια Rachel Talitman ηχογραφήσαμε δίσκους με έργα συνθετών από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς. Ο τελευταίος περιλαμβάνει ελληνική μουσική του Γιώργου Κοντογιώργου για φαγκότο και άρπα.
Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζεις ως μουσικός στην Ευρώπη;
Η μουσική είναι τέχνη που απαιτεί «πρωταθλητισμό» όταν κάποιος θέλει να την υπηρετεί σε υψηλό επίπεδο. Χρειάζεται αφοσίωση, υπομονή, ευγενή άμιλλα και ανοχή στην απόρριψη. Ο ανταγωνισμός στην Ευρώπη είναι μεγάλος, και το επίπεδο ανεβαίνει συνεχώς. Θεωρώ πως καθετί που γίνεται σε υψηλό επίπεδο απαιτεί θυσίες. Το πιο μαγικό, βέβαια, είναι ότι ο ίδιος ο «πρωταθλητής» ποτέ δεν το εκλαμβάνει έτσι, αλλά ως φυσικό επακόλουθο και προσωπική ικανοποίηση ότι έδωσε το καλύτερο καθημερινά. Για εμένα, το δυσκολότερο που είχα να αντιμετωπίσω, ειδικά στις αρχές της πορείας μου, ήταν ότι έπρεπε και πρέπει να είμαι μακριά από το οικογενειακό και φιλικό μου περιβάλλον. Χρειάζεται μεγάλη εσωτερική δύναμη να είναι κάποιος σχετικά μόνος του στο εξωτερικό και να αγωνίζεται. Θέλει γερό στομάχι και νεύρα, ειδικά όταν πρόκειται για ένα επάγγελμα που απαιτεί καλή ψυχολογία και έκθεση.
Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια; Περιλαμβάνουν επιστροφή στην Ελλάδα;
Δύσκολη ερώτηση! Βρίσκομαι στο εξωτερικό από τα δεκαοκτώ μου, αρχικά για σπουδές και πλέον ως επαγγελματίας στις Βρυξέλλες. Η φύση του επαγγέλματός μου, όμως, περιλαμβάνει πολλά ταξίδια ως freelancer (Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία), και παρατηρώ ότι όσο περνάνε τα χρόνια, επιστρέφω πιο συχνά στην Ελλάδα για συναυλίες απ’ ό,τι στο παρελθόν. Πάντως, αυτή τη στιγμή δεν είναι στα σχέδιά μου η μόνιμη επιστροφή, χωρίς βέβαια να το αποκλείω μακροπρόθεσμα. Αναμφίβολα, η χώρα μας έχει πολλές χάρες!
Πως είναι η ομογένεια στις Βρυξέλλες; Σχετίζεσαι καθόλου με τους Έλληνες της διασποράς εκεί;
Υπάρχουν αρκετοί Έλληνες εδώ, και έχουν συσταθεί σύλλογοι που διοργανώνουν ενδιαφέρουσες δραστηριότητες και εκδηλώσεις. Τις παρακολουθώ όσο το επιτρέπει το πρόγραμμά μου, και πολλοί ομογενείς με έχουν τιμήσει με την παρουσία τους σε εμφανίσεις μου.
Ευχαριστούμε πολύ, καλή συνέχεια και καλή επιτυχία στην καριέρα σου.
Και ‘γώ σας ευχαριστώ πολύ. Καλή επιτυχία και σε σας.



